Δευτέρα 4 Αυγούστου 2025

 

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΠΤΩΣΗΣ ΤΩΝ ΒΑΣΕΩΝ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ ΣΤΑ ΤΜΗΜΑΤΑ ΤΩΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΩΝ ΣΧΟΛΩΝ

Μετά την ανακοίνωση των βάσεων εισαγωγής στα πανεπιστημιακά τμήματα στα τέλη του φετινού Ιουλίου ξέσπασε μία ζωηρή συζήτηση γύρω από τη σημαντική πτώση που κατέγραψαν για μία ακόμη χρονιά οι βάσεις εισαγωγής στα τμήματα της φιλοσοφικής Σχολής, δηλαδή στη Φιλολογία, το Ιστορικό Αρχαιολογικό και το Φιλοσοφικό Παιδαγωγικό. Τα τμήματα αυτά δίνουν τα ίδια επαγγελματικά δικαιώματα για την εκπαίδευση, δηλαδή εντάσσονται στον αποκαλούμενο εκπαιδευτικό κλάδο ΠΕ02 (Φιλολόγων), αλλά διαφοροποιούνται σε κάποιο βαθμό σε άλλους επαγγελματικούς χώρους, όπως για παράδειγμα τα μουσεία και την αρχαιολογία, όπου προτεραιότητα έχουν οι απόφοιτοι του Ιστορικού - Αρχαιολογικού.

Οι περισσότεροι από όσους και όσες μπήκαν στη διαδικασία να σχολιάσουν και να αναλύσουν αυτό το γεγονός κινούνται επαγγελματικά στον χώρο της εκπαίδευσης ή  έχουν σπουδάσει σε κάποιο από τα προαναφερόμενα τμήματα και δραστηριοποιούνται επαγγελματικά και σε άλλους χώρους. Κάποιοι έγραψαν ότι η πτώση των βάσεων εισαγωγής στις φιλολογικές σχολές αποτελεί προάγγελο περαιτέρω πολιτισμικής υποβάθμισης, ενώ κάποιοι έγραψαν ότι επέρχεται η εξαφάνιση των φιλολόγων και ότι προβλέπεται ένα ζοφερό μέλλον! Κάποιοι άλλοι, μάλιστα, έφτασαν στο σημείο να προδιαγράψουν ότι οι μελλοντικοί φιλόλογοι θα είναι απαράδεκτα χαμηλού επιπέδου και ότι θα δημιουργούν περισσότερα προβλήματα στην ήδη απαξιωμένη δημόσια εκπαίδευση από αυτά που ήδη αυτή έχει.

Θεωρώ ότι αυτή η έντονη παράθεση και προβολή τόσων αρνητικών συναισθημάτων και κρίσεων που κινούνται μεταξύ θλίψης, απογοήτευσης και οργής και τόσων απαξιωτικών χαρακτηρισμών δημιουργεί μία εντελώς λανθασμένη εικόνα τόσο σε όσους μαθητές και μαθήτριες βρίσκονται σε διαδικασία εσωτερικής αναζήτησης για το ποια κατεύθυνση στο Λύκειο θα ακολουθήσουν – κάτι που θα επηρεάσει τις σπουδές τους-, όσο και σε αυτούς που έχουν κατασταλάξει στην κατεύθυνση και προβληματίζονται για το αν έκαναν σωστή ή λανθασμένη επιλογή. Η κατάσταση αυτή, επιπλέον, επηρεάζει και τους γονείς, οι οποίοι εκτός από το γεγονός ότι συνήθως έχουν τα δικά τους προβλήματα, καλούνται να βρουν λύσεις και για το επαγγελματικό μέλλον των παιδιών τους. Και, επειδή οι περισσότεροι εξ αυτών δεν υπάγονται στα υψηλά κοινωνικοοικονομικά στρώματα που ούτως ή άλλως δεν έχουν ιδιαίτερο άγχος για τις σπουδές των γόνων τους, καθώς μπορούν να τα στείλουν με άνεση σε όποιο -ιδιωτικό ή κρατικό- πανεπιστήμιο του εξωτερικού και του εσωτερικού επιθυμούν, συνήθως έχουν περισσότερο άγχος από τα ίδια τους τα παιδιά, κάτι που ακούσια το μεταφέρουν σε αυτά, εντείνοντάς τους την ανησυχία και την αγωνία προς τον δρόμο για την επιτυχία.

Είναι όμως έτσι τα πράγματα; Όντως η πτώση των βάσεων εισαγωγής στις φιλολογικές σχολές θα αποτελέσει προάγγελο περαιτέρω πολιτισμικής υποβάθμισης και όντως η εξαφάνιση των φιλολόγων θα επιφέρει ένα ζοφερό μέλλον; Θεωρώ ότι αυτοί οι αφορισμοί, οι σύντομες απόψεις που διατυπώνονται με επιμονή αλλά χωρίς τις απαραίτητες αποδείξεις, δεν μπορούν να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων και κυρίως θα είναι άδικο να επηρεάσουν αρνητικά τους μαθητές και τις μαθήτριες στην επιλογή των σπουδών τους.

Καταρχάς στην Αρχαία Ελλάδα, την περίοδο του Χρυσού Αιώνα του Περικλέους, που τόσο θαυμάζουμε και συνήθως διδάσκονται κείμενα στο σχολείο εκείνης της περιόδου είτε στο πρωτότυπο είτε σε νεοελληνική απόδοση, υπήρχαν φιλόλογοι με τη σημερινή έννοια; Ήταν η εκπαίδευση δημόσια; Δυστυχώς ή ευτυχώς, όχι! Οι γονείς που είχαν την οικονομική δυνατότητα πλήρωναν ιδιώτες δασκάλους για ανάγνωση και γραφή, για μουσική και γυμναστική για τα αγόρια και μόνο. Δεν υπήρχαν κρατικά σχολεία, ούτε κρατικά πανεπιστήμια, ούτε κρατική χρηματοδότηση για αυτά. Οι δε πιο φτωχοί πολίτες, οι μέτοικοι και οι δούλοι πολύ σπάνια είχαν πρόσβαση στην εκπαίδευση. Ο Περικλής προώθησε μεν τις τέχνες και τα γράμματα αλλά δεν θέσπισε κάποιο σύστημα δωρεάν εκπαίδευσης. Παρόλα αυτά χρηματοδότησε θέατρα, θεμελίωσε λαμπρά οικοδομήματα και έκανε προγράμματα κοινωνικής πολιτικής, κάτι που άνοιξε σε κάποιους φτωχούς πολίτες την πρόσβαση σε κάποια πολιτιστικά αγαθά. Το σημαντικότερο όμως ήταν ότι η κοινωνία της εποχής εκείνης παρά την έλλειψη δημόσιου συστήματος δωρεάν παιδείας, θεωρούσε τη μόρφωση πολύ σημαντική. Στην αρχαία Αθήνα δινόταν έμφαση στη ρητορική, τη φιλοσοφία, τη μουσική, τη γυμναστική και τις επιστήμες. Η τεχνολογία είχε αρχίσει να αναπτύσσεται με έντονους ρυθμούς. Αυτό ώθησε πολλούς αρχαίους αθηναίους αλλά και άλλους Έλληνες να επιδιώκουν να σπουδάσουν κοντά σε φιλοσόφους και σοφιστές. Η αδιανόητη άνθιση των γραμμάτων, των τεχνών και των επιστημών του Χρυσού αιώνα του Περικλέους ήταν όμως αποτέλεσμα της ύπαρξης ή μη δασκάλων και φιλολόγων; Η πολιτισμική παρακμή και υποβάθμιση που επήλθε τους μεταγενέστερους αιώνες ήταν αποτέλεσμα της εξαφάνισης των φιλολόγων ή της πτώσης των βάσεων εισαγωγής στα φιλολογικά τμήματα; Το ζοφερό μέλλον της πτώσης του ελληνιστικού κόσμου και της ανόδου της ρωμαϊκής ηγεμονίας που έζησαν οι αρχαίοι Έλληνες ήταν αποτέλεσμα της εξαφάνισης των φιλολόγων; Το αντίθετο συνέβαινε, γιατί κατά την ελληνιστική περίοδο εμφανίστηκαν οι φιλόλογοι με τη σημερινή έννοια και υπήρχε αύξηση της συνεισφοράς τους στα γράμματα. Ουσιαστικά η φιλολογία εδραιώθηκε στα ελληνιστικά χρόνια. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Καλλίμαχος ο Κυρηναίος, που ήταν λαμπρός φιλόλογος και ποιητής. Προφανώς το φαινόμενο της ακμής και της παρακμής ενός πολιτισμού είναι πιο πολύπλοκο και δεν σχετίζεται με την ανάπτυξη ή τη συρρίκνωση μόνο ενός επαγγελματικού κλάδου.

Κατά δεύτερον, σχετικά με την περίπτωση να δημιουργηθεί ένας μελλοντικός αριθμός φιλολόγων με χαμηλό επίπεδο, γιατί θα εισαχθούν με χαμηλά μόρια στα τμήματα των φιλοσοφικών σχολών, πρέπει να τονιστεί ότι το επιχείρημα αυτό αδικεί τα ελληνικά πανεπιστήμια και το διδακτικό προσωπικό που τα καθοδηγεί. Αφενός απαξιώνει το ελληνικό πανεπιστήμιο εν γένει, γιατί θεωρεί ότι οι νέοι φοιτητές και οι νέες φοιτήτριες θα περάσουν τα μαθήματα με συνοπτικές διαδικασίες και δεν θα πάρουν πτυχίο με άξιο τρόπο και αφετέρου αμφισβητεί την κρίση των διδασκόντων των πανεπιστημίων, οι οποίοι στο παρελθόν ήταν σωστοί και ακριβοδίκαιοι αλλά τώρα θα αναγκαστούν να ρίξουν το επίπεδό τους για να κρατήσουν τη θέση τους στα πανεπιστήμια και δεν θα «αναγκάσουν» τους μελλοντικούς φοιτητές και φοιτήτριες να μοχθήσουν, για να πάρουν το πτυχίο τους. Νομίζω ότι όσοι και όσες ασκούν τέτοια κριτική είτε εξιδανικεύουν το παρελθόν είτε προσπαθούν να αποδείξουν τη δική τους αξία στο σήμερα. Η αλήθεια είναι ότι ναι μεν το πανεπιστήμιο δίνει την απαραίτητη επιστημονική καθοδήγηση και  κατεύθυνση, αλλά ο κάθε απόφοιτος από οποιοδήποτε τμήμα πρέπει να δώσει τον δικό του αγώνα για να γίνεται καλύτερος με το πέρασμα του χρόνου.

Κατά τρίτον, οι βάσεις εισαγωγής επηρεάζονται από την πληθώρα των τμημάτων και τον αριθμό των υποψηφίων. Στην Ελλάδα συνέβη το εξής παράδοξο: την περίοδο των δεκαετιών του 80 και του 90 που οι υποψήφιοι κατά έτος που επεδίωκαν την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση έφταναν έως και τις 170000 χιλιάδες, δεν υπήρχε αρκετός αριθμός τμημάτων για να καλύψει τη ζήτηση. Την ίδια περίοδο οι σπουδές στο εξωτερικό αποτελούσαν πιο πολύπλοκη διαδικασία. Παρόλα αυτά όμως χιλιάδες Έλληνες και Ελληνίδες πήγαν στο εξωτερικό. Όσοι υποψήφιοι φοιτητές είχαν μεγάλη οικονομική επιφάνεια κατευθύνονταν στη Βρετανία και την Ιταλία, όσοι γονείς είχαν χαμηλότερα οικογενειακά εισοδήματα κατεύθυναν τα παιδιά τους στη Σερβία και τη Βουλγαρία συνήθως. Όλοι ανεξαιρέτως όμως προσπαθούσαν -και κάποιοι τα κατάφερναν- να φέρουν τα παιδιά τους με μετεγγραφή στην Ελλάδα, σε βάρος προφανώς των υπολοίπων μαθητών που είχαν μοχθήσει, για να εισαχθούν εξαρχής σε ελληνικό πανεπιστημιακό τμήμα. Όταν η πολιτεία αποφάσισε να αυξήσει τον αριθμό των πανεπιστημιακών τμημάτων για να μειώσει τη διαρροή φοιτητών στο εξωτερικό ήταν κάπως αργά, γιατί ξεκίνησε η έντονη υπογεννητικότητα, η οποία στις μέρες μας τείνει να λάβει καταστροφικές διαστάσεις και λίγο αργότερα η οικονομική κρίση του 2008.  Η οικονομική κρίση ώθησε χιλιάδες Έλληνες να φύγουν στο εξωτερικό και η υπογεννητικότητα μείωσε σημαντικά τον αριθμό των μαθητών στα σχολεία, έστω και αν καλύφθηκε μερικώς το έλλειμμα με παιδιά αλλοδαπών μεταναστών. Χαρακτηριστικά είναι τα παραδείγματα της Φιλολογίας Κομοτηνής που ξεκίνησε τη λειτουργία το ακαδημαϊκό έτος 1995-1996 και το αντίστοιχο της Καλαμάτας που ξεκίνησε τη λειτουργία το ακαδημαϊκό έτος 2005-2006. Επίσης το τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας Καλαμάτας ξεκίνησε τη  λειτουργία του το ακαδημαϊκό έτος 2003-2004. Θα μπορούσαν να αναφερθούν και άλλα τμήματα που ιδρύθηκαν  μετά το 2000 αλλά η ουσία είναι ότι ιδρύθηκαν αρκετά χρόνια μετά το μεγάλο κύμα των χιλιάδων φοιτητών των δεκαετιών του 80 και 90 που έφυγαν στο εξωτερικό και μετά την σημαντική υποχώρηση των γεννήσεων. Στην πραγματικότητα στην παρούσα χρονική συγκυρία υπάρχει πλεόνασμα πανεπιστημιακών τμημάτων, κάτι που είναι αποτέλεσμα επίσης πολιτικών αποφάσεων.

Κατά τέταρτον, η οικονομική κρίση του 2008, η καταστροφική πολιτική των μνημονίων των ελλαδικών κυβερνήσεων και η υπέρμετρη ανάπτυξη του τουρισμού δημιούργησαν μεγάλες αλλαγές και στον τρόπο ζωής και στον τρόπο σκέψης των νέων Ελλήνων και Ελληνίδων. Η μεγάλη οικονομική κρίση και η συνακόλουθη μνημονιακή εποχή των μεγάλων κοινωνικοοικονομικών ανισοτήτων και αδιεξόδων ώθησε μεγάλο αριθμό νέων στο δίλημμα ανάμεσα στην επιθυμία και την ανάγκη. Επιθυμία που σχετίζεται με το τι πραγματικά θέλουν να σπουδάσουν και την ανάγκη της γρήγορης επαγγελματικής αποκατάστασης. Βέβαια το φαινόμενο αυτό δεν είναι καινούριο, αλλά εντάθηκε τα τελευταία 20 χρόνια. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν τα παιδαγωγικά τμήμα των δασκάλων, στα οποία οι βάσεις εισαγωγής στις δεκαετίες του 90 και του 2000 ήταν σχετικά χαμηλές, γιατί ένας μεγάλος αριθμός αποφοίτων από τη Σερβία και άλλες χώρες είχαν προκαλέσει κορεσμό στο σύστημα επετηρίδας, με αποτέλεσμα να υπάρχουν αδιόριστοι δάσκαλοι που περίμεναν πάνω από δέκα χρόνια για να βρουν κενή θέση στην εκπαίδευση. Αυτό είχε ως συνέπεια να μην δηλώνονται πολλά παιδαγωγικά τμήματα στο μηχανογραφικό και συνέβαινε για αρκετά χρόνια να λειτουργούν παιδαγωγικά τμήματα μόνο με 20-25 φοιτητές κατ’ έτος.  Όταν όμως ιδρύθηκαν τα ολοήμερα τμήματα στα δημοτικά σχολεία και απορροφήθηκε μεγάλος αριθμός δασκάλων, συνέβη το αντίθετο: χιλιάδες νέοι έσπευδαν να δηλώσουν στις πρώτες επιλογές τους τα παιδαγωγικά τμήματα δασκάλων και χιλιάδες απόφοιτοι άλλων πανεπιστημιακών τμημάτων έσπευδαν να δώσουν κατατακτήριες, για να γίνουν δάσκαλοι και να διοριστούν σύντομα. Το εντελώς αντίθετο συνέβαινε με τα τμήματα των φιλοσοφικών σχολών. Είχαν υψηλές βάσεις εισαγωγής τις δεκαετίες από το 80 έως και των αρχών του 2000, γιατί πολλοί από τους υποψήφιους φοιτητές προτιμούσαν να εργάζονται έστω και σε φροντιστήρια μέσης εκπαίδευσης από το να μένουν άνεργοι. Το ίδιο συμβαίνει και αυτή την περίοδο με τα τμήματα ψυχολογίας που γνωρίζουν άνθηση, διότι υπάρχει απορρόφηση των αποφοίτων σε σχολικές μονάδες, αλλά και γιατί μειώθηκε η πνευματικότητα και η θρησκευτική πίστη σε μεγάλο αριθμό Ελλήνων και Ελληνίδων και αναπτύχθηκε ένα υπαρξιακό κενό, το οποίο πλέον καλύπτεται με επισκέψεις σε ψυχολόγους. Αυτή η αλλαγή συμπεριφοράς μεταφράζεται σε χρήμα για τον συγκεκριμένο κλάδο και δημιουργεί προϋποθέσεις για μελλοντική υψηλή ζήτηση των πανεπιστημιακών τμημάτων ψυχολογίας από το σημερινό μαθητικό δυναμικό. Άλλα παραδείγματα αποτελούν τα τμήματα αξιωματικών αστυνομίας, τα οποία έχουν υψηλά μόρια, γιατί υπόσχονται γρήγορη αποκατάσταση και πολύ υψηλό μισθό και τα ιατρικά και παραϊατρικά τμήματα που κι αυτά έχουν υψηλή απορρόφηση στην αγορά εργασίας και υψηλές απολαβές για σημαντικό αριθμό αποφοίτων αλλά και σε κάποιες περιπτώσεις οι σπουδές γύρω από επαγγέλματα που σχετίζονται με τον τουρισμό.

Κατά πέμπτο, η πτώση των βάσεων εισαγωγής στα τμήματα της φιλοσοφικής σχολής αλλά και άλλων σχολών και τμημάτων δεν οφείλεται στην αξία ή μη των μορφωτικών αγαθών που παρέχουν αυτές οι σχολές και τμήματα αλλά στην αδηφάγο αγορά εργασίας, στην ευμετάβλητη και καιροσκοπική αντίληψη που διέπει πολλούς Έλληνες και Ελληνίδες αλλά και στη σκληρή κοινωνικοοικονομική πολιτική που ασκούν εδώ και πολλά χρόνια οι ελλαδικές κυβερνήσεις, οι οποίες δεν λειτουργούν με σχέδιο και δεν κάνουν τις αναγκαίες προσαρμογές εγκαίρως αλλά ετεροχρονισμένα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν τα τμήματα της Θεολογικής Σχολής. Είναι εξαιρετικά τμήματα, με εξαιρετικούς/ες διδάσκοντες/ουσες αλλά πολιτικές αποφάσεις επηρέασαν τις βάσεις εισαγωγής σε αυτά εδώ και πολλά χρόνια. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η συνεχής μείωση των διδασκομένων ωρών του μαθήματος των θρησκευτικών που συμβαίνει τα τελευταία χρόνια τόσο στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση όσο και στη δευτεροβάθμια. Η μείωση αυτή επηρεάζει καταφανώς και τους διορισμούς των θεολόγων και κάνει το επάγγελμα απωθητικό στα μάτια των νέων, ενώ δεν θα έπρεπε. Οι βάσεις εισαγωγής, λοιπόν, δεν σχετίζονται με την αξία του επιστημονικού πεδίου.  Η πτώση των βάσεων εισαγωγής σε πολλά τμήματα ούτε καταστροφικές συνέπειες θα έχει ούτε θα επιφέρει ζοφερό μέλλον στη χώρα ούτε θα έχει πολιτισμικές συνέπειες αρνητικές ούτε θα οδηγήσει σε αποφοίτους που θα είναι χαμηλής αξίας. Η πτώση αυτή έχει πολλά αίτια, είναι σύνθετη και  πολύπλευρη.

Κατά έκτο, θεωρώ ότι για τους μαθητές και τις μαθήτριες που είναι ακόμη στο Γυμνάσιο ή ξεκινούν το Λύκειο πρέπει να καταβάλλεται προσπάθεια από την πλευρά του Υπουργείου Παιδείας, του σχολείου και των εκπαιδευτικών, από τους γονείς τους και από τα ίδια τα παιδιά στο να υπάρχει κατάλληλη προετοιμασία για τη λήψη σωστής απόφασης γύρω από τον κατάλληλο επαγγελματικό προσανατολισμό, που να στηρίζεται σε μία ισορροπία ανάμεσα στις πραγματικές επιθυμίες και ανάγκες του κάθε παιδιού από τη μία πλευρά αλλά και στις πραγματικές δυνατότητες και κλίσεις του από την άλλη πλευρά. Επίσης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η κοινωνική και οικονομική κατάσταση της χρονικής περιόδου που ο κάθε υποψήφιος θα ενταχθεί στον στίβο εργασίας, με όσο το δυνατόν μία πιο εμπεριστατωμένη πρόβλεψη για το μέλλον. Για παράδειγμα ένας/μία μαθητής/τρια πρέπει να λάβει υπόψη του ότι αυτή τη στιγμή υπάρχουν συνολικά 22 τμήματα στις Φιλοσοφικές Σχολές της Ελλάδας, τα οποία σχεδόν δίνουν τα ίδια επαγγελματικά δικαιώματα και δέχονται περίπου 3500 εισακτέους κατ' έτος. Αυτό σημαίνει ότι ανά δεκαετία περίπου πάνω από 30000 χιλιάδες απόφοιτοι εντάσσονται στην αγορά εργασίας, ένας αριθμός που είναι ιδιαίτερα μεγάλος για αυτόν τον επαγγελματικό κλάδο. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρέπει να αποθαρρυνθεί ένας νέος ή μία νέα από το να σπουδάσει σε ένα τμήμα της Φιλοσοφικής Σχολής αλλά είναι σημαντικό να μελετήσει πώς θα ενταχθεί με καλύτερα ή διαφοροποιημένα εφόδια στην αγορά εργασίας και ότι μπορεί να χρειαστεί να κάνει κάτι διαφορετικό μέχρι να πετύχει τον επαγγελματικό στόχο.

Κατά έβδομο, οι πτυχιούχοι των τμημάτων Φιλολογίας, Φιλοσοφίας, Ιστορίας και Αρχαιολογίας και των συναφών τμημάτων έχουν καταρχάς τη δυνατότητα να εργαστούν στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, όπου μπορούν να διδάξουν φιλολογικά και άλλα σχετικά μαθήματα. Κατά δεύτερον μπορούν πολλοί απόφοιτοι να στραφούν με επιτυχία σε άλλες επαγγελματικές επιλογές. Αυτές μπορεί να αφορούν τη διδασκαλία της ελληνικής ως δεύτερης ή ως ξένης γλώσσας, μιας και υπάρχει υψηλή ζήτηση για τουριστικές επενδύσεις, χρυσή βίζα, παραμονή στην Ελλάδα και την Κύπρο ψηφιακών νομάδων, συνταξιούχων από ξένες χώρες κ.α. Επίσης μπορούν να εργαστούν στη διαχείριση πολιτιστικών αγαθών, τη δημοσιογραφία, τη συγγραφή αλλά και την επιμέλεια εκδόσεων, με βάση τις δεξιότητες που έχουν αποκτήσει στη διάρκεια των σπουδών τους. Δεν πρέπει να αποκλείουν πολλοί απόφοιτοι και μεταπτυχιακές σπουδές στο εξωτερικό και τη διδασκαλία σε ελληνικά και ξένα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, είτε σε εξειδικευμένα κέντρα ιστορικής έρευνας και παραγωγής γνώσης, όπως γενικά αρχεία, ερευνητικά κέντρα, βιβλιοθήκες, μουσεία του εσωτερικού και του εξωτερικού.

Οι αφορισμοί, οι εύκολες κρίσεις και η αποθάρρυνση δεν είναι καλός οδηγός για τους νέους και τις νέες. Η ψυχραιμία, η εμβρίθεια και η αναζήτηση αιτίων και αποτελεσμάτων με κατάλληλο τρόπο μπορούν να βοηθήσουν τους μαθητές και τις μαθήτριες που θα αποτελέσουν το μέλλον της ελληνικής κοινωνίας να πετύχουν τους επαγγελματικούς στόχους με τις λιγότερες απώλειες σε χρήμα, κόπο και χρόνο. Πάντως, αυτό που είναι πολύ πιο πιθανό είναι ότι μία πρόσκαιρη πτώση των βάσεων εισαγωγής στα τμήματα των φιλοσοφικών σχολών, δεν θα φέρει την καταστροφή της χώρας ούτε οι μελλοντικοί φιλόλογοι θα είναι κατώτερης ποιότητας από τους φιλολόγους του παρελθόντος.

Με εκτίμηση

Κωνσταντίνος Παπανικολάου

Δάσκαλος – Φιλόλογος

Διπλ. Συμβουλευτική και Προσανατολισμό

Τετάρτη 9 Ιουλίου 2025

 Ατομική και συλλογική ευθύνη

Το τελευταίο διάστημα η επικαιρότητα βρίθει αξιοσημείωτων γεγονότων που δεν είναι τόσο μεμονωμένα όσο φαίνονται και δεν μπορούν να αναλυθούν σε ένα άρθρο, αλλά σε πολλές περιπτώσεις τα γεγονότα περιστρέφονται γύρω από ένα ζήτημα: την αξία της ατομικής και της συλλογικής ευθύνης.

Αρχικά, είναι καλό να διασαφηνιστεί ότι και η ατομική και η συλλογική ευθύνη είναι εξίσου σημαντικές και για τους ενήλικες και για τους ανηλίκους και πρέπει να διδάσκονται και να εφαρμόζονται από μικρή ηλικία. Η ανάληψη ή μη της ατομικής αλλά και της συλλογικής ευθύνης ασκεί σημαντική επίδραση στην διαμόρφωση της προσωπικότητας των ανηλίκων, είτε θετική είτε στη δεύτερη περίπτωση αρνητική, και στη βελτίωση ή τη χειροτέρευση της προσωπικότητας των ενηλίκων αντίστοιχα, οι οποίοι για να χτίσουν μία συμπαγή προσωπικότητα πρέπει να προσπαθούν δια βίου να μειώνουν τα ελαττώματά τους και να ενισχύουν τα προτερήματά τους, αν θέλουν να αφήσουν θετικό αποτύπωμα από το πέρασμα τους σε αυτόν τον κόσμο. Για να επιτευχθεί όμως αυτό πρέπει ο κάθε άνθρωπος να αναζητά την αλήθεια πεισματικά, να προσπαθεί να διερευνά τον κόσμο, να συσχετίζει τα γεγονότα, να μην δέχεται τίποτα αβασάνιστα, να επιθυμεί το δέον γενέσθαι, να επιδιώκει την αρετή.

Βασικό προτέρημα, οπωσδήποτε, αποτελεί η ανάληψη της ατομικής και της συλλογικής ευθύνης, γιατί εκτός από τον θετικό αντίκτυπο που επιφέρει σε ατομικό επίπεδο, επηρεάζει την οικογένεια, την κοινωνία και το έθνος σε ευρύτερο πλαίσιο. Το να γίνει κατανοητό αυτό το γεγονός από μικρή ηλικία βοηθά στο να συνειδητοποιηθεί και η σημασία του, διότι, όταν ένας μεμονωμένος άνθρωπος δεν αναλαμβάνει την ατομική του ευθύνη, ενώ έχει τη δυνατότητα να πράξει το σωστό, πώς θα νιώσει όταν βρεθεί σε θέση θύματος ή αδυναμίας; Πώς θα νιώσει όταν δεν θα έχει τη δύναμη να αναλάβει κάποια πρωτοβουλία για να βοηθήσει τον εαυτό του; Πώς θα νιώσει όταν δεν θα είναι σε θέση να προστατεύσει τον εαυτό του και θα εξαρτάται από τη βούληση άλλων ανθρώπων που δεν θα είναι ξεκάθαρο αν κατέχονται από δίκαια κρίση και καλοπροαίρετη διάθεση;

Συνεπώς, το να αναλαμβάνει ένας άνθρωπος τις ευθύνες του εκτός από το ότι βοηθά τον εαυτό του, βοηθά και τους συνανθρώπους του και σε μακροχρόνιο επίπεδο και την ίδια την πατρίδα του. Αντίθετα, όταν δεν συμβαίνει αυτό δημιουργείται μια πνευματική και ψυχολογική καθήλωση, μία στάσιμη κατάσταση και μία διάθεση απάθειας, ένα αίσθημα κούρασης και ανημποριάς, μία κατάσταση ακινητοποίησης, μία συνεχής υποτίμηση της αξίας του εαυτού ενός ανθρώπου. Όλα τα παραπάνω ισχύουν και σε επίπεδο συλλογικής ευθύνης, με τη διαφορά ότι η συλλογική ευθύνη (συμ)περιλαμβάνει  περισσότερους ανθρώπους, μία ή και περισσότερες ομάδες ανθρώπων που μοιράζονται μία ή και περισσότερες αλληλοεξαρτώμενες ευθύνες και ενέργειες, οι οποίες όμως έχουν αποτελέσματα και συνέπειες σε πολύ περισσότερους ανθρώπους από τους ίδιους τους δρώντες.  

Η συλλογική ευθύνη μπορεί να έχει πολλές πτυχές: την οικονομική ευθύνη, όταν αποφάσεις οικονομικής φύσης επηρεάζουν τις ζωές πολλών ανθρώπων που δεν έχουν ούτε την οικονομική άνεση να μην ενδιαφέρονται για το χρήμα ούτε και τη διάθεση να βλέπουν το δημόσιο χρήμα να γίνεται βορά στα χέρια κερδοσκόπων και διεφθαρμένων οργάνων εξουσίας. Η ευθύνη σε συλλογικό επίπεδο έχει ηθικές και κοινωνικές προεκτάσεις εξίσου, διότι η κακοδιαχείριση, η κατασπατάληση οικονομικών πόρων έχει ηθικές και κοινωνικές συνέπειες και σε ατομικό και σε συλλογικό επίπεδο. Οι κοινωνικές δραστηριότητες όμως ενέχουν το ζήτημα της συλλογικής και της ατομικής ευθύνης εξίσου. Η συμμετοχή σε κοινωνικές εκδηλώσεις και η συμμετοχή στα κοινά περιλαμβάνουν τέτοιου είδους ανάληψη ευθύνης. 

Σε δύο περιπτώσεις βλέπουμε δυστυχώς ότι η ανάληψη ατομικής και συλλογικής ευθύνης δεν ακολουθεί τη φυσιολογική πορεία και το θλιβερό είναι ότι οι συνέπειες της έλλειψης ανάληψης ευθύνης επηρεάζουν ανθρώπους που δεν έχουν καμία ανάμειξη.

Η πρώτη περίπτωση αφορά το σκάνδαλο του  Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε., του  Ελληνικού Οργανισμού πληρωμών των κοινοτικών ενισχύσεων για τους γεωργούς και κτηνοτρόφους. Σε αυτή την περίπτωση έχουμε σε συλλογικό πλαίσιο ευθύνης κακοδιαχείριση, κατασπατάληση και υφαρπαγή των οικονομικών πόρων που δίδονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση για την Ελλάδα από ανθρώπους που είτε διορίζονται είτε εκλέγονται, για να κατανέμουν με δίκαιο τρόπο αυτούς τους οικονομικούς πόρους και, σε ατομικό πλαίσιο ευθύνης, παρατηρήθηκε ότι αγρότες και κτηνοτρόφοι δήλωναν πλασματικά αγροτεμάχια, εικονικά βοσκοτόπια και ανύπαρκτα ποίμνια. Άραγε, δεν υπάρχει ζήτημα ανάληψης ατομικής και συλλογικής ευθύνης σε αυτή την περίπτωση; Δεν υπάρχει ζήτημα για την ελληνική δικαιοσύνη που τόσο καιρό δεν έλαβε τα μέτρα της και έχει πλέον αναλάβει αυτόν τον ρόλο μία Ρουμάνα εισαγγελέας; Δεν θα υπάρχει ζήτημα εάν οι ψηφοφόροι δεν λάβουν υπ’ όψιν τους αυτές τις θλιβερές εξελίξεις στην επιλογή τους για νέα κυβέρνηση στις επόμενες εκλογές;

Η δεύτερη περίπτωση αφορά εορταστικές εκδηλώσεις που πραγματοποιήθηκαν στους νομούς Φλώρινας και Πέλλας, οι οποίες «απώλεσαν» τον εθιμικό χαρακτήρα τους και μετετράπησαν σε όργανα κακόγουστης προπαγάνδας. Σε αυτές τις εκδηλώσεις ακούστηκαν συνθήματα στη γλώσσα της βόρειας γειτονικής χώρας, όπως το «φύγετε Έλληνες», τραγούδια που σε στίχους ανέφεραν ότι δήθεν «οι Έλληνες κλαίνε για έναν βασιλιά που δεν είναι δικός τους» και ότι η Μακεδονία ανήκει σε άλλους, όχι, πάντως, στους Έλληνες. Είναι θλιβερό ότι, ενώ ζούμε σε μία εποχή που υπάρχει τόση τεχνολογία και η τεχνητή νοημοσύνη έχει γίνει τόσο ισχυρή, πολλοί συμπατριώτες μας δεν κάνουν τον κόπο να κάνουν μία απλή αναζήτηση στο διαδίκτυο και να βρουν τι έγραφε ο Ηρόδοτος πολλά χρόνια πριν τον Μέγα Αλέξανδρο. Ενδεικτικά, γίνεται μία αναφορά στο 9ο βιβλίο του σε έκδοση του Κέιμπριτζ του 1920. Γράφει, λοιπόν, ο Ηρόδοτος τα εξής για τον Αλέξανδρο Α΄ της Μακεδονίας 498 π.Χ. – 454 π.Χ. και τη δράση του στους περσικούς πολέμους:

[45.1] οἳ δὲ ἐπεὶ ταῦτα ἤκουσαν, αὐτίκα εἵποντο ἐς τὰς φυλακάς· ἀπικομένοισι δὲ ἔλεγε Ἀλέξανδρος τάδε. “ἄνδρες Ἀθηναῖοι, παραθήκην ὑμῖν τὰ ἔπεα τάδε τίθεμαι, ἀπόῤῥητα ποιεύμενος πρὸς μηδένα λέγειν ὑμέας ἄλλον ἢ Παυσανίην, μή με καὶ διαφθείρητε· οὐ γὰρ ἂν ἔλεγον, εἰ μὴ μεγάλως ἐκηδόμην συναπάσης τῆς Ἑλλάδος. [45.2] αὐτός τε γὰρ Ἕλλην γένος εἰμὶ τὠρχαῖον καὶ ἀντ᾽ ἐλευθέρης δεδουλωμένην οὐκ ἂν ἐθέλοιμι ὁρᾶν τὴν Ἑλλάδα. λέγω δὲ ὦν ὅτι Μαρδονίῳ τε καὶ τῇ στρατιῇ τὰ σφάγια οὐ δύναται καταθύμια γενέσθαι· πάλαι γὰρ ἂν ἐμάχεσθε. νῦν δέ οἱ δέδοκται τὰ μὲν σφάγια ἐᾶν χαίρειν, ἅμ᾽ ἡμέρῃ δὲ διαφωσκούσῃ συμβολὴν ποιέεσθαι· καταῤῥώδηκε γὰρ μὴ πλεῦνες συλλεχθῆτε, ὡς ἐγὼ εἰκάζω. πρὸς ταῦτα ἑτοιμάζεσθε. ἢν δὲ ἄρα ὑπερβάληται τὴν συμβολὴν Μαρδόνιος καὶ μὴ ποιέηται, λιπαρέετε μένοντες· ὀλιγέων γάρ σφι ἡμερέων λείπεται σιτία. [45.3] ἢν δὲ ὑμῖν ὁ πόλεμος ὅδε κατὰ νόον τελευτήσῃ, μνησθῆναι τινὰ χρὴ καὶ ἐμεῦ ἐλευθερώσιος πέρι, ὃς Ἑλλήνων εἵνεκα οὕτω ἔργον παράβολον ἔργασμαι ὑπὸ προθυμίης, ἐθέλων ὑμῖν δηλῶσαι τὴν διάνοιαν τὴν Μαρδονίου, ἵνα μὴ ἐπιπέσωσι ὑμῖν ἐξαίφνης οἱ βάρβαροι μὴ προσδεκομένοισί κω. “εἰμὶ δὲ Ἀλέξανδρος ὁ Μακεδών„ ὁ μὲν ταῦτα εἴπας ἀπήλαυνε ὀπίσω ἐς τὸ στρατόπεδον καὶ τὴν ἑωυτοῦ τάξιν.

Και η απόδοση στα Νέα Ελληνικά από τον Η. Σπυρόπουλο το 1995 από τις εκδόσεις Γκοβόστη:

[9.45.1] Κι εκείνοι, όταν άκουσαν αυτά, αμέσως τους ακολούθησαν στις προφυλακές. Κι όταν έφτασαν, τους έλεγε ο Αλέξανδρος τα εξής: «Άνδρες Αθηναίοι, καταθέτω εμπιστευτικά στη φύλαξή σας αυτά τα λόγια, με την παράκληση να μείνουν απόρρητα, μονάχα στον Παυσανία να τα πείτε και σε κανέναν άλλο, για να μη με πάρετε στο λαιμό σας· γιατί δε θα μιλούσα, αν η έγνοια μου για ολόκληρη την Ελλάδα δεν ήταν μεγάλη. [9.45.2] Γιατί κι εγώ στην καταγωγή ανέκαθεν είμαι Έλληνας και δε θα ήθελα να βλέπω την Ελλάδα να χάσει τη λευτεριά της και να γίνει σκλάβα. Λέω λοιπόν πως στάθηκε αδύνατο οι θυσίες να δώσουν προγνωστικά που να ευφράνουν την ψυχή του Μαρδονίου και του στρατού του· γιατί, τότε, θα είχατε έρθει στα χέρια εδώ και καιρό. Λοιπόν, τώρα αποφάσισε να κάνει πέρα τις θυσίες και, με το χάραμα της μέρας, να δώσει μάχη· γιατί, όπως υποθέτω, τον έζωσε φόβος μήπως συναχτείτε περισσότεροι. Μ᾽ αυτά τα δεδομένα, αρχίστε τις ετοιμασίες. Και πάλι, αν ο Μαρδόνιος αναβάλει τη σύγκρουση και δεν την επιχειρήσει, κάντε κουράγιο μένοντας στη θέση σας· γιατί τα τρόφιμα που του έμειναν είναι για λίγες μέρες. [9.45.3] Κι αν το τέλος του πολέμου έρθει όπως το θέλει η καρδιά σας, κάποιοι ας φροντίσουν να ξαναδώσουν και σε μένα τη λευτεριά, εμένα που για χάρη της Ελλάδας έχω κάνει μια τέτοια αποκοτιά απ᾽ τη λαχτάρα μου, θέλοντας να σας κάνω φανερές τις προθέσεις του Μαρδονίου, για να μη πέσουν οι βάρβαροι επάνω σας την ώρα που δεν το περιμένατε. «Κι είμαι ο Αλέξανδρος ο Μακεδών». Αυτά είπε και γύρισε με τ᾽ άλογό του στο στρατόπεδο και στη θέση του.

Δεν θα έπρεπε, λοιπόν, αυτό να το ψάξουν όσοι βάζουν τα παιδιά τους να λένε πράγματα που δεν είναι πραγματικά; Δεν θα έπρεπε οι ίδιοι να ερευνήσουν λίγο την ιστορία; Δεν θα έπρεπε να απαιτήσουν να τραγουδιούνται και να χορεύονται μόνο τραγούδια και χοροί που πραγματικά έχουν αληθινό παραδοσιακό υπόβαθρο και όχι προπαγανδιστικό περιεχόμενο; Δεν υπάρχει συλλογική και ατομική ευθύνη, όταν δηλητηριάζονται οι σχέσεις μεταξύ συμπατριωτών;

Τελικά η ανάληψη ατομικής και συλλογικής ευθύνης δεν αποδεικνύεται εύκολη στην πράξη.

Με εκτίμηση

Κωνσταντίνος Παπανικολάου

Δάσκαλος - Φιλόλογος

 

 

Δευτέρα 7 Ιουλίου 2025

 

Σύγχρονες προκλήσεις και σχολείο

Η αξιοποίηση του φιλοσοφικού και παιδαγωγικού έργου του Πλουτάρχου 

«Περί παίδων αγωγής»

Στη σημερινή -άκρως αντιφατική και πολύπλοκη- εποχή γινόμαστε μάρτυρες αντιφατικών, προβληματικών και ανησυχητικών συμπεριφορών από νέους ανθρώπους. Μέσα στον ορυμαγδό υπερπληροφόρησης, παραπληροφόρησης και  προτύπων μίμησης που απέχουν παρασάγγας από την αρχαία ελληνική και ελληνοχριστιανική αντίληψη του βίου, αλλά –πολλές φορές- και από στοιχειώδη ευρωπαϊκά πρότυπα, καλούνται να εξελιχθούν και να διαπαιδαγωγηθούν οι έφηβοι και οι έφηβες του σήμερα.

Από πολλούς εκπαιδευτικούς πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης γίνεται αντιληπτό ότι αυξάνεται η παραβατική συμπεριφορά μαθητών και μαθητριών στα σύγχρονα σχολεία. Είναι ένα φαινόμενο, βέβαια, που απασχολεί γονείς, εκπαιδευτικούς, επιστήμονες της αγωγής, Υπουργείο Παιδείας και την κοινωνία γενικότερα από χρόνια, που όμως δεν βαίνει μειούμενο αλλά δείχνει να αυξάνεται. Βία, λεκτική επιθετικότητα, παραβίαση κανόνων εύρυθμης λειτουργίας των σχολικών μονάδων  και αδιαφορία για τη μάθηση είναι μερικές από τις εκδηλώσεις του φαινομένου αυτού. Τα αίτια αυτής της συμπεριφοράς είναι φυσικά ποικίλα και, οπωσδήποτε, όχι μονοδιάστατα: οικογενειακά ζητήματα, κοινωνικοοικονομικές συνθήκες, επιρροή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, έλλειψη προτύπων προς μίμηση και υποστηρικτικού περιβάλλοντος από την οικογένεια και από ένα σύγχρονο εκπαιδευτικό σύστημα.

Σε αυτό το πλαίσιο, το έργο "Περί Παίδων Αγωγής" του Πλουτάρχου αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς παρέχει διαχρονικές συμβουλές για τη σωστή διαπαιδαγώγηση των νέων. Ο Πλούταρχος τονίζει ότι η εκπαίδευση πρέπει να ξεκινά από νωρίς, με την καθοδήγηση των παιδιών από ενάρετους/ τες δασκάλους/ λες και την καλλιέργεια της αρετής μέσω της φιλοσοφίας, της μουσικής και της φυσικής αγωγής. Υποστηρίζει πως οι γονείς πρέπει να αποτελούν πρότυπα αρετής, ενώ παράλληλα είναι καλό να μην είναι ούτε υπερβολικά επιεικείς ούτε πολύ αυστηροί ούτε και αδιάφοροι.

Στη σύγχρονη εποχή, οι ιδέες του Πλουτάρχου μπορούν να αξιοποιηθούν, ως έναν βαθμό, για την αντιμετώπιση της παραβατικής συμπεριφοράς των μαθητών. Οι δάσκαλοι και οι γονείς οφείλουν να προσφέρουν όχι μόνο γνώσεις αλλά ήθος, ποιότητα και αξίες, δημιουργώντας ένα περιβάλλον που ενθαρρύνει τον αλληλοσεβασμό, την υπευθυνότητα, τη στοιχειώδη πειθαρχία και την αυτογνωσία. Αντί της στείρας τιμωρίας, η διαπαιδαγώγηση μπορεί να βασίζεται στον διάλογο, την κατανόηση και την ενίσχυση της προσωπικής ανάπτυξης.

Η σύγχρονη εκπαιδευτική πολιτική μπορεί να αντλήσει έμπνευση από το έργο του Πλουτάρχου με τη δημιουργία προγραμμάτων που συνδυάζουν τη γνωστική ανάπτυξη με την ηθική αγωγή. Δυστυχώς, όμως, φαίνεται ότι τα αναλυτικά προγράμματα μιμούνται ευρωπαϊκά πρότυπα, χωρίς να γίνεται η αναγκαία προσαρμογή τους στη σύγχρονη –κυρίως βαλκανικού χαρακτήρα- νεοελληνική πραγματικότητα και χωρίς να λαμβάνονται υπ’ όψιν οι διαχρονικές αρχές και αξίες του ελληνικού πολιτισμού. Οι σχολικές δραστηριότητες είναι δυνατόν να προσανατολίζονται στη συνεργασία, στην ανάπτυξη κριτικής σκέψης και κοινωνικών δεξιοτήτων, αποτρέποντας την απομόνωση, την αλλοτρίωση και την επιθετικότητα των σημερινών μαθητών και μαθητριών.

Όλα τα παραπάνω αποτελούν μια πρόκληση για τη σύγχρονη εκπαίδευση. Το έργο "Περί Παίδων Αγωγής" του Πλουτάρχου προσφέρει πολύτιμα διδάγματα για γονείς και εκπαιδευτικούς. Μέσα από την καλλιέργεια της αρετής και την παροχή σωστών προτύπων, υπάρχει ελπίδα να διαμορφωθούν στο μέλλον πολίτες με ήθος και υπευθυνότητα, συμβάλλοντας σε μια πιο δίκαια κοινωνία.

Με εκτίμηση

Κωνσταντίνος Παπανικολάου

Δάσκαλος - Φιλόλογος

Σάββατο 17 Μαΐου 2025

 

Μισθολογικό χάσμα και κοινωνική ανισότητα

Το τελευταίο διάστημα πολλοί δημόσιοι υπάλληλοι προβληματίζονται για το να μπουν ή να μη μπουν στη διαδικασία να διεκδικήσουν αναδρομικά τον 13ο και 14ο μισθό ή τα λεγόμενα δώρα, τα οποία δίνονται με κρατική επιβολή στον ιδιωτικό τομέα αλλά δεν δίνονται στον ίδιο τον δημόσιο τομέα που το απαιτεί όμως από τον ιδιωτικό.

Να θυμίσουμε ότι επισήμως καταργήθηκαν με το άρθρο πρώτο παρ. α υποπαρ.Β.4 του ν. 4093/2012 (ΦΕΚ Α 222/12- 11-2012) και με υπουργό Εργασίας-Κοινωνικών Ασφαλίσεων και Πρόνοιας τον κ. Ιωάννη Βρούτση, ο οποίος είχε εισηγηθεί επί κυβερνήσεως Ν.Δ. και ΠΑ.ΣΟ.Κ., με συγκυβερνήτες τους Σαμαρά-Βενιζέλο, την ολοσχερή κατάργηση από 1-1-2013 των Δώρων – Επιδομάτων στους συνταξιούχους και δημοσίους υπαλλήλους. Η κυβερνητική πλειοψηφία επικύρωσε την εισήγηση Βρούτση. Το μετά είναι λίγο πολύ γνωστό.

Το ζήτημα έχει πολλές προεκτάσεις φυσικά. Μία από αυτές είναι ότι κατά απαίτηση προφανώς της συντεχνίας των δικηγόρων, καλούνται να προβούν σε μηνύσεις ατομικά οι δημόσιοι υπάλληλοι και όχι συλλογικά, κάτι που φυσικά θα ήταν το πιο λογικό. Οι μεγάλες και μικρότερες εργατικές οργανώσεις θα μπορούσαν να διεκδικήσουν τίμια τα απολεσθέντα δώρα. Δεν είναι λογικό αυτό που συμβαίνει αυτό το διάστημα, ασχέτως αν οι πολλοί και πάλι σιωπούν. Πόσα χρόνια όμως η Ελλάδα θέλει να ζει στο παράλογο; Κάποια στιγμή το ίδιο το παράλογο θα δώσει τη σκληρή απάντηση…

Μέσα σε όλα αυτά δεν συζητείται στον βαθμό που ενδεχομένως θα ήταν αναγκαίο το αποκαλούμενο μισθολογικό χάσμα στον δημόσιο τομέα και το αντίστοιχο μισθολογικό χάσμα του δημοσίου με τον ιδιωτικό τομέα. Στη Φιλανδία και σε άλλες χώρες που έχουν καταφέρει να διατηρήσουν μία στοιχειώδη κοινωνική συνοχή, το μισθολογικό χάσμα είναι πολύ μικρό. Ενδεικτικά, ο δείκτης Gini μετρά την εισοδηματική ανισότητα (0 = τέλεια ισότητα, 1 = απόλυτη ανισότητα). Με βάση αυτόν η Ελλάδα βρίσκεται στο ~0.32, ενώ η Φινλανδία στο ~0.27. Δεν πρέπει να μας ξεγελά η μικρή διαφοροποίηση στους αριθμούς, γιατί η καταμέτρηση γίνεται ανάμεσα στο 0 και το 1. Σε απλά ελληνικά η Ελλάδα έχει μεγαλύτερη ανισότητα στους μισθούς σε σχέση με τη Φινλανδία, στην οποία δεν είναι μόνο υψηλότεροι οι μισθοί, αλλά και πιο δίκαια η κατανομή τους.

Η μείωση των μισθολογικών διαφορών στην Ελλάδα μπορεί να έχει βαθιά θετικό αντίκτυπο στην κοινωνική συνοχή και την οικονομική σταθερότητα. Μια πιο δίκαια κατανομή εισοδήματος, σε συνδυασμό με μία υγιή ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα, μπορεί να τονώσει τις καταναλωτικές δαπάνες, να προωθήσει την οικονομική ανάπτυξη και να βελτιώσει τα αποτελέσματα της δημόσιας υγείας, η οποία δεν εξαρτάται μόνο από την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών των μονάδων υγείας, αλλά και από τη δίκαια πρόσβαση σε καλή τροφή και ποιότητα ζωής των πολιτών.

Δεν είναι φυσιολογικό πολλοί συνάνθρωποί μας να μην έχουν τα στοιχειώδη και μία μερίδα συμπολιτών μας να μισθοδοτείται με κρατικό χρήμα και να ζει μεταξύ Χαλκιδικής και Κοζάνης, μεταξύ εξοχικού και κύριας κατοικίας, ή και εσωτερικού και εξωτερικού, γιατί καρπώνεται ευνοϊκά δημόσιο χρήμα, το οποίο δεν κατανέμεται δίκαια. Είναι πολύ εύκολο σε μικρές πόλεις, όπως η Κοζάνη, να το αντιληφθεί κανείς. Από τη μία συσσωρεύεται πλούτος και από την άλλη συσσωρεύεται οργή και θλίψη. Από τη μία μερικοί ζουν σε ένα παράλληλο σύμπαν και από την άλλη οι υπόλοιποι βιώνουν μια βαλκανική πραγματικότητα. Εννοείται ότι το φαινόμενο είναι πανελλαδικό.

Μειώνοντας, λοιπόν, το χάσμα μεταξύ των υψηλόμισθων ευνοημένων δημοσίων υπαλλήλων και των χαμηλόμισθων αδικημένων, αλλά και με επίβλεψη των ιδιωτών που λειτουργούν ανεξέλεγκτα, η Ελλάδα μπορεί να μειώσει τη φτώχεια και την ανισότητα εισοδήματος, προωθώντας την κοινωνική δικαιοσύνη και, κυρίως, την αλληλεγγύη μεταξύ των γενεών και μεταξύ των πολιτών. Αυτό, με τη σειρά του, μπορεί να ενισχύσει την εθνική ταυτότητα και την κοινωνική συνοχή, καλλιεργώντας ένα αίσθημα κοινής ιδιότητας του πολίτη και συλλογικού σκοπού. Δεν μπορεί η χώρα να επιβιώσει με παρίες από την μία πλευρά και ευνοημένους παραχαϊδεμένους από την άλλη! Οι δίκαιοι μισθοί μπορούν να βοηθήσουν στη γεφύρωση των οικονομικών χασμάτων, να προωθήσουν την ενότητα και τη συνεργασία μεταξύ των Ελλήνων, η οποία, δυστυχώς, έχει διαρραγεί πλήρως. Πλέον, ζούμε σε ένα καθεστώς κοινωνικής ζούγκλας!

Μια πιο ισορροπημένη οικονομία μπορεί επίσης να προσελκύσει επενδύσεις, να προωθήσει την καινοτομία και να αυξήσει την ανταγωνιστικότητα. Επιπλέον, η μείωση των μισθολογικών διαφορών μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένη ικανοποίηση από την εργασία, υψηλότερη παραγωγικότητα και επιθυμία των εργαζομένων για δημιουργία, ωφελώντας στο βάθος χρόνου και τις επιχειρήσεις και την ευρύτερη οικονομία. Δίνοντας προτεραιότητα στις δίκαιες αποδοχές και μειώνοντας την ανισότητα εισοδήματος, η Ελλάδα μπορεί να οικοδομήσει μια πιο ανθεκτική και ευημερούσα κοινωνία, όπου όλοι έχουν πρόσβαση σε ευκαιρίες και πόρους.

Η Ελλάδα ζει σε επικίνδυνη γειτονιά. Αυτό σημαίνει ότι χρειάζεται να αξιοποιεί όλο το ανθρώπινο δυναμικό της, χωρίς να το στέλνει στην Εσπερία, για να δουλεύει για ξένα συμφέροντα. Δεν είναι δυνατόν να δημιουργεί απαξιωμένες συνειδήσεις, οι οποίες θα είναι αδιάφορες για την μελλοντική επιβίωση της χώρας, κάτι που συνέβη στην περίοδο του Βυζαντίου, όταν μεγάλος αριθμός απογοητευμένων υπηκόων ένιωσε αδιαφορία για την επιβίωση της ίδιας τους της χώρας και έφτασε στο σημείο να είναι αδιάφορος για την τουρκική κατάκτηση.

Μία δικαιότερη κατανομή πόρων και πλούτου μπορεί να βοηθήσει στην επούλωση οικονομικών πληγών, στην προώθηση της κοινωνικής αρμονίας και στην ενίσχυση της θέσης της Ελλάδας στον βαλκανικό περίγυρο αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο.

Με εκτίμηση

Κωνσταντίνος Παπανικολάου

Δάσκαλος – Φιλόλογος